ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΛΕΦΤΑ
Είμαι πολύ ευχαριστημένος επειδή το πρώτο μου κείμενο εδώ
συμπίπτει με δύο καινούρια ξεκινήματα: Το πρώτο το γνωρίζουμε όλοι. Είναι η
δημιουργία μίας ομάδας ανταγωνιστικής, με έναν πολύ σοβαρό προπονητή στο τιμόνι
και ένα γενικότερο πλάνο που φαίνεται ότι μπορεί να μας πάει μακριά.
Το δεύτερο είναι αυτή η γωνία του διαδικτύου που λέγεται looper5. Τα τελευταία χρόνια έχουν
ξεφυτρώσει σελίδες σαν μανιτάρια, που υποτίθεται πως ειδικεύονται στην
αρθρογραφία ενός συγκεκριμένου συλλόγου. Σελίδες από ανθρώπους που είναι
δημοσιογράφοι και προσπαθούν να βγάλουν εξτραδάκια ή να χτίσουν την επιρροή
τους στους αναγνώστες για να πετύχουν άλλα οφέλη. Σελίδες από ανθρώπους που
ξεκίνησαν ως οπαδοί και ζήλεψαν τους δημοσιογράφους, καταλήγοντας να κάνουν
ακριβώς το ίδιο.
Προφανώς είμαι εδώ γιατί πιστεύω ότι αυτός ο χώρος μπορεί να
πετύχει κάτι το διαφορετικό. Να ενημερώνει χωρίς να κατευθύνει. Να
προβληματίζει χωρίς να μιζεριάζει. Να πετύχει την ισορροπία εκείνη που κάθε
σκεπτόμενος άνθρωπος θέλει για να μη χαραμίζει το χρόνο του διαβάζοντας προκάτ
ιστορίες.
Μπορεί να με ξέρεις, μπορεί και όχι. Μπορεί να με είδες στα
κλεφτά στο παλιό paokg4.org, όταν κριτικάραμε την «υπέρβαση» του Γουμέην και το «ΠΑΟΚ
ΠΑΝΩ ΑΠ’ΟΛΑ» που κατέντησε «ΠΑΝΤΑ ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ» στα χείλη και στις πένες των
αυλοκολάκων. Μπορεί να με πήρε το μάτι σου στο ΓΣΠ της Κύπρου, όταν μαζί με
μερικούς ακόμα τρελούς γράφαμε «ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΟΥ ΠΑΟΚ ΕΧΟΥΝ
ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ» ή «ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟ ΤΟ ΟΥΕΦΑ, ΠΑΡΤΕ ΤΟ ΠΡΕΦΑ, ΤΟΝ ΠΑΟΚ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΡΩΤΟ,
ΒΡΕΙΤΕ ΤΡΟΠΟ». Γράψαμε κι άλλα πολλά, την οργή μας και τα όνειρά μας πάνω σε
πανιά, όπως το άλλο «Η ΒΟΥΛΗ ΘΑ ΚΛΕΙΣΕΙ, ΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΤΟΥ Π.Α.Ο.Κ ΠΟΤΕ» όταν είχε ξεσπάσει εκείνη η υστερία
ενάντια στους συνδέσμους . Μα περισσότερο απ’όλα, θυμάμαι ένα άλλο πανί. Το
γράψαμε ένα μεσημέρι, έχοντας καταναλώσει σεβαστές ποσότητες αλκοόλ, σε μία
πλατεία. Ένας μπηκε στη μέση και άρχισε να γράφει στο ύφασμα. «Τι θα γράψεις
ρε;» οι περίεργοι από πάνω. «ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΜΥΑΛΑ» είπε
εμφανώς ζαλισμένος. Πήρε το σπρέι και
άρχισε να γράφει με προσήλωση. Φτάνοντας προς το τέλος, και μέσα στη θολουρα
του, είδε ότι τα γράμματα που είχε κάνει ήταν πολύ μεγάλα για να χωρέσει
ολόκληρο. Το πανί έμεινε μέχρι το «ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ» και ξεσπάσαμε
όλοι μαζί σε γέλια. Μετά από λίγη σκέψη, είπαμε δεν πειράζει. Είναι πιο ωραίο
έτσι. Είναι πολύ πιο ωραίο έτσι. Και εκεί μέσα στο ξεχωριστό αυτό μεθύσι,
καταλάβαμε τι σημαίνει παοκτσήδικη χαρμολύπη. Καταλάβαμε για μία ακόμη φορά το
άσπρο και το μαύρο της ζωής μας που θα είναι για πάντα ο οδηγός.
Λέω σήμερα, αγαπητέ συνάρρωστε, να μη σου πω ιστορίες για
λεφτά.
Ζεις σε μία ατμόσφαιρα που σε έχει κυριεύσει με αυτά. Τα
λεφτά που χρωστάει η χώρα σου και έχει καταντήσει διεθνής καρπαζοεισπράκτωρ. Τα
λεφτά που χρωστάει η οικογένειά σου και την βγάζει δύσκολα. Τα λεφτά που
χρωστάς ή σου χρωστάνε. Τα λεφτά που βάζει ο Σαββίδης και πολλοί τα βλέπουν ως
μία διέξοδο για να χαρούν λίγο. Ακριβώς επειδή όλη τη μέρα, όλο και περισσότερο
σκεφτόμαστε και μιλάμε για λεφτά.
Δεν είμαι ούτε ερημίτης ούτε υπεράνω. Και εγώ όλη μέρα για
αυτά σκίζομαι, και εγώ χρωστάω και μου χρωστάνε. Αλλά λέω ότι υπάρχουν και
πράγματα όπου αυτό το πολύ ισχυρό μέσο εξασφάλισης συμφερόντων, είναι εκτός
παιχνιδιού, δε μετράει μία.
Θα σου πω για την πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι της
Τούμπας και ερωτεύτηκα.
Είδα τον φωταγωγημένο χώρο και τον τόσο κόσμο, που με
στιγμάτισε από τότε. Κόσμο από όλες τις κοινωνικές και μορφωτικές τάξεις, κόσμο
με μία παράξενη γυαλάδα στο μάτι. Εκείνη τη ματιά την κληρονόμησα για πάντα.
Είναι πολύ παράξενο για τους ανθρώπους που δεν το έχουν
ζήσει. Βλέπουν «22 μαντραχαλάδες να κυνηγάνε μία μπάλα» ή «κόσμο να
εκτονώνεται» αλλά όποιος το έχει βιώσει ξέρει ότι είναι κάτι πολύ βαθύτερο και
εντονότερο από αυτό.
Εκείνη τη στιγμή ερωτεύτηκα, όπως ερωτεύεται ο κάθε άνθρωπος
στην εφηβική του ηλικία. Ανόθευτα, γνήσια. Και στην πορεία της ζωής μου έχω
ερωτευτεί διάφορες καταστάσεις και ανθρώπους, αλλά αυτό δε με πρόδωσε ποτέ.
Κάθε φορά που περνάω αυτό το κατώφλι, ξαναγίνομαι 15 χρονών κι αυτό δε μπορεί
να μου το πάρει κανείς.
Θα σου πω για τις στιγμές που μπήκα σε ένα λεωφορείο και
μοιράστηκα το φαγητό μου, το ποτό μου και τα χρήματά μου (να τα πάλι) με
ανθρώπους που δεν γνώριζα, και είδα άλλους να κάνουν το ίδιο για μένα.
Θα σου πω για τις εκδρομές στην Ελλάδα και το εξωτερικό,
μπαίνοντας σε πόλεις που βλέπαμε για πρώτη φορά, με το κεφάλι ψηλά και τη
γροθιά μας στον αέρα, και γύρω τους ανυποψίαστους πολίτες να αναρωτιούνται
«ποιοί είναι αυτοί οι τρελοί με τα ασπρόμαυρα; Πως ήρθαν από τόσο μακριά;» Ούτε εμείς ξέραμε το πως. Αλλά ήμασταν εκεί.
Θα σου πω για την ανατριχίλα που μπορεί να νιώσεις όταν
βρίσκεσαι έξω από το προαύλιο μίας φυλακής και φωνάζεις στα αδέρφια σου «ΣΗΜΕΡΑ
ΕΓΩ, ΑΥΡΙΟ ΕΣΥ» και να ακούς τις φωνές τους να απαντούν μέσα από τα σίδερα.
Τέτοια θα σου λέω, αγαπητέ συνάρρωστε. Και αν δεν είχες
αρρωστήσει κι εσύ από αυτόν τον περίεργο έρωτα, δε θα κατάφερνες ούτε να
τελειώσεις αυτό το κείμενο, θα το προσπερνούσες σαν να μη σου μίλησε ποτέ. Εδώ
θα είμαστε μόνο για αυτούς που ήταν γραφτό να συναντηθούμε, στα όμορφα αλλά και
στα δύσκολα. Κυρίως στα δύσκολα.
0 σχόλια